του Λευθέρη Πλακίδα
Είναι ένας θρύλος για το Ορεινό τρέξιμο στην Ελλάδα. Αυτά που έχει πετύχει δεν περιορίζονται μόνο σε αγωνιστικό κομμάτι. Έχει προσφέρει πάρα πολλά, σε επίπεδο διοργανωτικό και στο μέλλον θα αναφέρεται ως το πρόσωπο που έχει ανοίξει το δρόμο για όλα όσα έγιναν τα τελευταία 30 χρόνια. Θα είναι στη γραμμή εκκίνησης στον ιστορικό αγώνα των 42 χιλιομέτρων που θα γίνει το Σαββατοκύριακο 5, 6 Σεπτεμβρίου στη επετειακή διοργάνωση του Ορειβατικού Μαραθωνίου του Ολύμπου από τον Ε.Ο.Σ. Θεσσαλονίκης. Ακριβώς 40 χρόνια μετά τον πρώτο αγώνα ορεινού τρεξίματος που είχε γίνει το 1986.
Η γνωριμία μας ξεκίνησε στο Καυταζόγλειο Στάδιο πριν 30 χρόνια, όταν έτρεχε ως προπόνηση και μιλούσαμε τρέχοντας για όσα ονειρευόταν να κάνει. Και το απίστευτο είναι ότι τα έκανε σχεδόν όλα.
Έχει πολλά να πει και να σημειώσει. Περισσότερα θα διαβάσετε σύντομα σε ένα βιβλίο που θα εκδώσει.
– Στο ορεινό τρέξιμο στην Ελλάδα λίγοι είναι όσοι έχουν καταφέρει να είναι ενεργοί και να τρέχουν σχεδόν 40 και πλέον χρόνια. Πώς το έχεις καταφέρει;
Ίσως γιατί είχα πάντα ένα ένστικτο αυτοσυντήρησης, για να φτάσω πιο μακριά και να μην με κουράσει ψυχικά η έντονη ενασχόλησή μου με αυτό. Προσπάθησα και συνειδητά να κρατήσω ισορροπίες, να μην χαραμιστώ, ώστε πάντα να υπάρχει μέσα μου ένα πάθος. Βέβαια, είναι και οι υποχρεώσεις μου ως διοργανωτής για μία 20ετία, γεγονός που με κράτησε σε απόσταση από την αγωνιστική παρουσία.
– Πάμε στις αρχές δεκαετίας του 80 και να μας περιγράψεις πώς ήταν τότε οι συνθήκες στο ορεινό τρέξιμο και πώς μπήκες στην πρώτη διοργάνωση το 1986;
Ορεινό τρέξιμο δεν υπήρχε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ούτε κι εγώ ο ίδιος έτρεχα στα βουνά, έκανα μόνο ορεινή πεζοπορία τότε, σε μια ηλικία 18-22 χρονών. Αυτό ήταν που με έφτιαχνε, το να παίρνω τα βουνά και να εξερευνώ άγνωστους, χαμένους κι έρημους τόπους. Κάτι σαν εξερεύνηση. Όπως κάπου εκεί στο 1984 γνωρίστηκα με τον Δημήτρη Μυστακίδη και όλα άλλαξαν μέσα μου! Ο άνθρωπος αυτός ανέβαινε στις κορυφές των βουνών με φρενήρη ρυθμό, κάτι εντελώς άγνωστο στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής. Αυτό με ενθουσίασε, γιατί έδινε μια αγωνιστική διάσταση στην υπόθεση της ορειβασίας, έβαζε το χρονόμετρο στην εξίσωση! Μια τεράστια καινοτομία από τον άνθρωπο που γρήγορα έγινε ο μέντοράς μου. Έτσι, το «βαγόνι» μπήκε σε καινούργιες ράγες, με άλλους όρους ταξιδιού. Ελαφρύς εξοπλισμός, κίνηση στα όρια, ταχύτατες διασχίσεις, συμπυκνωμένη περιπέτεια, αθλητική προσπάθεια. Ε, αυτό το πάντρεμα περιπέτειας με αθλητισμό, ήταν που με ξεσήκωσε τότε. Έτσι ξεκίνησε μέσα μου αυτό που στη συνέχεια αποτέλεσε το ορεινό τρέξιμο.







– Πότε και πώς γεννήθηκε η ανάγκη σου, η επιθυμία σου και το όραμα για τη διοργάνωση αγώνων ορεινού τρεξίματος;
Από την επομένη κιόλας του αγώνα εκείνου, το 1986! Ήταν τρεις μέρες μετά που πέρασα από τα γραφεία των διοργανωτών για να βρω τα αποτελέσματα του αγώνα. Σκεφτόμουν ήδη πως ήθελα να τους συναντήσω και να τους δηλώσω την πρόθεσή μου να συμμετέχω στο οργανωτικό κομμάτι του αγώνα στο μέλλον. Όμως τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Δεν βρήκα ενθουσιασμό από πλευράς τους, ενώ φάνηκε και μια εικόνα οργανωτικής ένδειας, όταν είδα πως δεν υπήρχε κάτι συγκροτημένο, ούτε καν στο θέμα των αποτελεσμάτων που αναζητούσα. Απογοητευμένος, άρχισα να σκέφτομαι ότι όλο αυτό το εγχείρημα ήταν θνησιγενές, έτσι όπως στήθηκε, άρα δεν μου έμενε άλλη λύση, από το να αναζητήσω ο ίδιος τους τρόπους για να φτιαχτεί ένας αγώνας αντάξιος του Ολύμπου. Συνεπώς, εκείνο που βάρυνε στην απόφασή μου, ήταν κυρίως η αρνητική εικόνα που προσέλαβα από εκείνο το εγχείρημα του 1986, αυτή με κινητοποίησε αργότερα, περίπου 3 χρόνια μετά.
– Ποιες είναι οι δυσκολίες για κάποιον που είναι διοργανωτής; Είτε σε μεγάλο αγώνα, είτε σε κάποιον σχετικά μικρότερο; Γιατί έχεις κάνει και τα δύο.
Συνήθως πρόκειται για μοναχικές και ερασιτεχνικές προσπάθειες, η διοργάνωση αγώνων στο βουνό. Κι όταν κάτι είναι τέτοιου χαρακτήρα, οι δυσκολίες είναι πολύ μεγάλες και σε όλα τα επίπεδα. Ο ερασιτέχνης διοργανωτής, πρέπει να κλέψει χρόνο από τη ζωή του συνολικά, για να κάνει κάτι αφιλοκερδώς, έναν εκούσιο εθελοντισμό που αρχικά έχει έντονο το συναισθηματικό στοιχείο, γρήγορα όμως καταλήγει να σε καταπιεί σαν το θηρίο. Ένας αθλητής βλέπει μόνο την κορυφή του παγόβουνου όταν συμμετέχει σε έναν αγώνα. Τα 8/9 της οργάνωσης και της δουλειάς, δεν θα τα δει, ούτε και θα τα καταλάβει ποτέ. Και το μεγάλο μου παράπονο όλα αυτά τα χρόνια που ήμουν (και) διοργανωτής, είναι πως όλοι νομίζουν ότι οι διοργανωτές βγάζουν χρήμα από τους αγώνες. Δεν ξέρω τι κάνουν οι υπόλοιποι αλλά με μια σχετική βεβαιότητα μπορώ να πω ότι όταν ισοφαρίζεις έξοδα με έσοδα, μπορείς να χαρείς ότι τα κατάφερες. Φυσικά, το οικονομικό αποτέλεσμα είναι μια πολτυσύνθετη εξίσωση, στην οποία συμμετέχουν πολλαπλοί παράγοντες, όπως οι χορηγίες, το πλήθος συμμετοχών, η ποιότητα παροχών, το κόστος συμμετοχής στον αγώνα, τα λειτουργικά έξοδα και πολλά ακόμα, που δεν έχει αξία να απαριθμήσουμε εδώ, χάνοντας την ουσία του πράγματος. Ο κανόνας βέβαια είναι πως όσο μικρότερος ο αγώνας, τόσο μικρότερη η χασούρα οικονομικά. Γιατί οι μικροί αγώνες έχουν πάντα πολλές συμμετοχές ενώ οι μεγάλοι, λίγες. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τις οργανωτικές δυσκολίες: ο μικρός αγώνας μικρές, ο μεγάλος μεγάλες. Ο μεγάλος αγώνας έχει μεγάλη διαδρομή, άρα πολλή δουλειά στο πεδίο και μεγάλο πονοκέφαλο στην εκτέλεσή του. Η μεγάλη διάρκεια αγώνα, έχει και πολλές ανασφάλειες, που συνδέονται με τη νύχτα, τον καιρό, τα ατυχήματα, τις εγκαταλείψεις αθλητών και αρκετά ακόμα. Για να το φέρω στα μέτρα του απλού ανθρώπου, θα θυμίσω εκείνη την ατάκα που λέει «μικρό παιδί, μικρά προβλήματα».
– Ποιες θεωρείς τις μεγάλες σου στιγμές και ως δρομέας και ως διοργανωτής;
Σίγουρα η πρώτη φορά είναι για όλους εκείνη που δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Άρα αυτό μπορεί να απαντήσει στην ερώτησή σου, αν και γενικόλογα. Σαφέστατα δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνον το αγώνα του 1986, όπως και τον πρώτο Olympus Marathon, του 2004. Όμως ακολούθησαν τόσα πολλά, που δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω από όλα. Σε μεγάλο βαθμό με προσδιόρισαν και οι μοναχικοί αγώνες που έκανα ως διοργανωτής, προκειμένου να βιώσω κι εγώ την εμπειρία που θα βίωναν οι αθλητές μου στη συνέχεια. Και φυσικά, αυτό απλώθηκε στη συνέχεια, σε μια μορφή προσκυνήματος των αγώνων που διοργάνωνα, με το να τους τρέχω μόνος κάθε χρόνο. Ένας αγώνας που με επηρέασε για τη συνέχεια των σχεδίων μου, ήταν το UTMB το 2005. Τελειώνοντάς τον, αποφάσισα πως ήρθε μάλλον η ώρα των ultra-trails και για την Ελλάδα, μια προχωρημένη σκέψη για την εποχή, θα έλεγα. Σίγουρα με στιγμάτισε και η συμμετοχή μου στο Tor des Geants των 350 χιλιομέτρων στις Άλπεις κι αυτός, όπου έζησα την εμπειρία ενός αγώνα που κρατά πολλές ημέρες συνεχόμενα. Θεωρώ πως οι διοργανωτές του έγραψαν σελίδα ιστορίας όταν τον οργάνωσαν για πρώτη φορά το 2010. Δεν θα υπεισέλθω σε μοναχικές διασχίσεις με αγωνιστικό χαρακτήρα, γιατί αυτές βρίσκονται εκτός πλαισίου της ερώτησης, όμως έχω να πω ότι σε μεγάλο βαθμό με χαρακτήρισαν και μου διαμόρφωσαν τον αγωνιστικό μου ψυχισμό.
– Έχεις τρέξει σε διεθνείς αγώνες. Τι είναι αυτό που ζηλεύεις και τι χρειάζονται οι αγώνες στην Ελλάδα για να γίνουν εφάμιλλοι των μεγάλων διεθνών;
Χρήμα και πάθος. Κακά τα ψέματα, το χρήμα μπορεί να μη φέρνει την ευτυχία, φέρνει όμως την επιτυχία, αν μιλάμε για διοργανώσεις, οποιουδήποτε είδους. Νομίζω πως τα υπόλοιπα τα έχουμε, συμπεριλαμβανόμενου και του πάθους. Και αναφέρομαι στην τεχνογνωσία και σε ένα βαθμό και στη φαντασία. Στις Άλπεις υπάρχει τεράστια δεξαμενή αθλητών για το ορεινό τρέξιμο, οπότε κάθε είδους «τρέλα» μπορεί να γίνει πράξη, θα βρει κοινό να τραβήξει. Εκείνο που υστερούμε έντονα σε σχέση με τις Άλπεις, είναι το ανθρωπογενές περιβάλλον αλλά ο καθένας με αυτό που έχει, ας μην παραπονιόμαστε για το κάθε τι. Το να γίνεις εφάμιλλος κάποιου άλλου, προϋποθέτει και σχέδια με φαντασία, οπότε χρειαζόμαστε ανθρώπους με φαντασία και νομίζω πως δεν μας λείπουν τέτοιοι.








– Πιστεύεις ότι μπορούμε στην Ελλάδα να αποκτήσουμε κουλτούρα θεατών; Να έχει κόσμο να παρακολουθεί δρομείς στη διαδρομή στα βουνά;
Είναι κάπως δύσκολο αυτό, χρειάζεται χρόνος και κυρίως παιδεία, που αυτή τη στιγμή προσφέρεται κυρίως από την οικογένεια, δεν υπάρχει παιδεία συμμετοχής από την πολιτεία. Το κύριο ζητούμενο είναι να προχωρήσει κι άλλο η παιδεία άθλησης αλλά και αποδοχής -σε πρώτη φάση- εκείνων που αθλούνται. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι άνθρωποι που επικροτούν την αθλητική μας προσπάθεια εδώ στον Όλυμπο, είναι οι ξένοι κατά κύριο λόγο! Είναι εκείνοι που θα σε επιβραβεύσουν ακόμα και στην προπόνηση και με πολλούς τρόπους. Ειλικρινά, δεν μπορώ να φανταστώ Έλληνες θεατές, που χρειάστηκε να περπατήσουν ένα μισάωρο για παράδειγμα, προκειμένου να σταθούν σε μια ενδιαφέρουσα γωνιά του βουνού για να χειροκροτήσουν αθλητές. Για να μην αδικήσω πάντως και την εξαίρεση του κανόνα, άνθρωποι του αθλήματος κυρίως, το κάνουν αυτό, δίνοντας δύναμη σε όσους αγωνίζονται, γιατί το κάνουν με θέρμη και ενθουσιασμό.
– Το κομμάτι της ασφάλειας ήταν πάντα κάτι που σε απασχολούσε στις διοργανώσεις Ορεινού Τρεξίματος. Ποια είναι τα σημεία που πιστεύεις ότι πρέπει όλοι οι διοργανωτές να προσέχουν;
Δύσκολο το να δώσεις ως Έλληνας διοργανωτής απάντηση σε αυτό το πολύπλοκο ζήτημα. Το βασικό θέμα εδώ είναι η εναέρια διάσωση, η οποία φυσικά δεν υφίσταται στην Ελλάδα. Στα υπόλοιπα της ασφάλειας, λίγο-πολύ η λύση βρίσκεται, χάρη στους εθελοντές διασώστες και στο πολύτιμο έργο τους. Ίσως, το σημαντικότερο που έχει να κάνει ένας διοργανωτής, είναι να δώσει έμφαση στην πρόληψη: καλά μονοπάτια, σωστή υδροδοσία, καλή σήμανση, προδιαγραφές υγείας, σωστή προαγωνιστική ενημέρωση, συνειδητοποιημένο κοινό. Όμως, όσο μικρότερος ο αγώνας τόσο όλες αυτές οι προδιαγραφές αμβλύνονται, με ένα κοινό επιπέδου fun-run χωρίς αίσθηση του τι είναι αυτό που κάνει. Ευτυχώς, (και) οι αγώνες είναι σαν τα παιδιά: μικροί αγώνες, μικρά προβλήματα.
– Πέρασες μία περιπέτεια υγείας, αλλά συνεχίζεις και είσαι σταθερά πάντα στα βουνά και τρέχεις. Έχει όριο ηλικίας;
Δεν νομίζω πως υπάρχει όριο ηλικίας, με δεδομένο ότι στους αγώνες δεν μπορείς πάντα να κυνηγάς τη διάκριση, οι αγώνες υπάρχουν και για τη συμμετοχή.Το να συμμετέχεις στα γεράματά σου σε ένα μαζικό γεγονός, όπου όλοι είστε ίσοι, είναι κάτι που χαρίζει ζωή, εξισώνοντάς σε ηλικιακά, άρα και ψυχικά -αυτό είναι το σημαντικό! Κι εγώ δεν είμαι αυτός που ήμουν πριν από λίγα χρόνια αλλά δεν βλέπω και τον εαυτό μου σαν ένα πηγάδι που στέρεψε εντελώς, πάντα υπάρχει λίγο νερό στην ψυχή μας για να μας ξεδιψάσει.
-Μία επέτειος η φετινή με τα 40 χρόνια από τον πρώτο αγώνα ορεινού τρεξίματος και δείχνει ότι έχει μεγαλώσει πολύ η βάση και το επίπεδο των αγώνων και των δρομέων. Πώς βλέπεις την επόμενη μέρα;
Μάλλον την μεθεπόμενη μέρα, για να το διατυπώσουμε καλύτερα. Ήδη διανύουμε μια «μεταεποχή» στο ελληνικό ορεινό τρέξιμο. Στα 40 χρόνια έχουν περάσει ήδη τέσσερις γενιές κατά την άποψή μου –μια κάθε δεκαετία– οπότε έχουμε πλέον μια διαμορφωμένη κατάσταση, με τους παλιούς, τους πρόσφατους και τους σημερινούς. Ένας νεόφερτος σήμερα στο άθλημα, έχει σημεία αναφοράς, πρόσωπα, γεγονότα και ιστορία από το παρελθόν και διαμορφώνει μια σαφή εικόνα για το τι είναι αυτό που ζητά. Νομίζω πως η διάχυση που παρατηρούμε είναι αποτέλεσμα αυτής της ιστορίας που διέγραψε το άθλημα. Και εξηγούμαι: μιλώ για διάχυση στο χώρο, με αθλητές που ψάχνουν πια για εμπειρίες στο εξωτερικό, κάτι που ήταν ταμπού πριν από μια 20ετία. Τώρα είναι ότι πιο φυσιολογικό μπορεί κανείς να σκεφτεί «θα πάω Όλυμπο τον Ιούνιο και τον Αύγουστο κανόνισα για τον τάδε αγώνα στις Άλπεις». Όσον αφορά την συνεισφορά των ελληνικών αγώνων σε αυτές τις εξελίξεις, ας μην έχουμε αμφιβολία ότι είναι μεγάλη και καλλιέργησε αυτή τη νοοτροπία της εξωστρέφειας. Φυσικά, όλη αυτή η μόχλευση, αποφέρει τα οφέλη της και στην εγχώρια σκηνή, με μια κινητικότητα που κρατά ζωντανή τη διάθεση των διοργανωτών να συνεχίσουν τον δύσκολο δρόμο τους. Σε κάθε περίπτωση, το ορεινό τρέξιμο στην Ελλάδα είναι σε δρόμο που μπροστά του δεν θα βρει αδιέξοδο. Και έχει μια δεξαμενή, που δεν κινδυνεύει να γίνει έλος, αφού συνεχώς τροφοδοτείται από φρέσκο δυναμικό. Πάει καιρός που οι μαύρες σκέψεις για το ελληνικό ορεινό τρέξιμο έφυγαν από το μυαλό μου, είμαστε σε καλό δρόμο με παγιωμένη την προοπτική του.
– Όταν ξεκινούσες να τρέχεις στα βουνά, υπήρχαν λίγες γυναίκες. Σήμερα βλέπουμε ότι στις μεγάλες αποστάσεις είναι πολύ δυνατές και αυξάνεται συνέχεια ο αριθμός των κοριτσιών που μπαίνουν στα βουνά. Τι άλλαξε πιστεύεις;
Ήταν θέμα χρόνου για τις γυναίκες να πάρουν τη θέση που δικαιούνται (και) σε αυτόν τον χώρο! Από τα στατιστικά της ITRA, διαπιστώνω πως η σχέση γυναικών/ανδρών στην Ελλάδα προσεγγίζει αρκετά τον παγκόσμιο μέσο όρο. Οι Ελληνίδες έκαναν βήματα προόδου σε πιο στιβικά τρεξίματα παλιότερα και αυτό τις βοήθησε να κατακτήσουν και τα μονοπάτια στη συνέχεια. Ζώντας στον 21ο αιώνα, με ερεθίσματα που καταφθάνουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς μέσω των social media δεν αφήνουν κανέναν ασυγκίνητο, γιατί να άφηναν τους μισούς αυτής της κοινωνίας. Δόξα τω θεώ, δεν ζούμε σε θεοκρατικό καθεστώς με διακρίσεις κατά των γυναικών. Ακούγεται αυτονόητο έως και αστείο αλλά σε άλλες χώρες οι γυναίκες ζουν ακόμα σε καθεστώς διακρίσεων. Για να το προσγειώσουμε όμως, οι Ελληνίδες αισθάνονται –και είναι– αρκετά ανεξάρτητες και έχουν γκρεμίσει όλα τα τείχη που τις χώριζαν στην ελληνική κοινωνία από τους άνδρες πριν δυο-τρεις δεκαετίες. Φυσικά, υπάρχουν πάντα και οι περσόνες του χώρου, όπως παντού εξάλλου, που με το παράδειγμά τους ενθαρρύνουν τους υπόλοιπους. Και νομίζω πως ειδικά στο γυναικείο ορεινό τρέξιμο, αυτός ο κανόνας βρίσκει ακόμα μεγαλύτερη πράξη. Κλείνοντας αυτή την απάντηση, να πω ότι χαίρομαι ιδιαίτερα, όταν βλέπω γυναίκες να μπαίνουν σφήνα στον συναγωνισμό των ανδρών και στο ορεινό τρέξιμο.
– Ο εξοπλισμός είναι διαστημικά διαφορετικός από εκείνα τα χρόνια που έτρεχες. Τι προσφέρει και πώς επιλέγεις το σωστό εξοπλισμό για να κάνεις όλη την εμπειρία με ασφάλεια και χωρίς θέματα;
Η απάντηση για μένα δεν βρίσκεται στη ζυγαριά, βασική αρχή. Ότι λάμπει δεν είναι απαραίτητα χρυσός. Ακούω πολλές φορές κόσμο να κουβεντιάζει για το βάρος του εξοπλισμού, φτάνοντας στα άκρα την κουβέντα, με κάποια γραμμάρια λιγότερα. Τι να το κάνεις το παπούτσι του πρωταθλητή όταν το VO2max σου, βρίσκεται λίγο πιο πάνω από τα τάρταρα. Ή όταν βγάζεις βόλτα τα μπατόν στο βουνό και τα , αντί να τα χρησιμοποιείς. Η επιλογή του εξοπλισμού για μένα, υφίσταται μόνο για τους αγώνες και αυτό με τη σχετική του αίρεση, δεν κάνω τον εξοπλισμό αυτοσκοπό! Πάντως, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ψάχνω για κάτι πιο προχωρημένο, αλλά πάντα στο επίπεδο των μεγάλων διασχίσεων, όπου ο εξοπλισμός αρχίζει και παραλλάζει από τον καθαρόαιμο του αγωνιστικού μικρών αποστάσεων και αντίστοιχα σύντομων επιδόσεων.
– Τι αγωνιστικούς στόχους έχεις για τα επόμενα χρόνια;
Λίγα πράγματα, στοχευμένα κυρίως σε μεγάλους σε μήκος αγώνες, που να ενσωματώνουν έντονα το στοιχείο της περιπέτειας, σε πολυήμερες διάρκειες. Αυτό θα είναι και το ενδιάμεσο στάδιο για την αποχώρησή μου από τον κόσμο των αγώνων, ώστε να αφοσιωθώ στις μοναχικές και αυτόνομες διασχίσεις στα βουνά. Αυτό εξάλλου ήταν πάντα το δικό μου «ιερό δισκοπότηρο», οι ορεινές διασχίσεις με τους αλλεπάλληλους ορίζοντες να διαδέχονται ο ένας τον άλλον.
– Θα είσαι ο μοναδικός δρομέας που θα τρέξει στον επετειακό αγώνα για τα 40 χρόνια του Ορειβατικού Μαραθωνίου του Ολύμπου και είχε τρέξει και το 1986, στην πρώτη διοργάνωση. Τεράστιος συμβολισμός.
Ναι και για μένα έχει μια ιδιαίτερη σημασία, γιατί 40 χρόνια είναι μια ζωή, αν το σκεφτείς καλύτερα. Μεγάλη μου τιμή λοιπόν και θα φροντίσω να τιμήσω κι εγώ με τη σειρά μου την επέτειο και το γεγονός.











